Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΗ ΧΡΥΣΑΣ ΞΟΥΒΕΡΟΥΔΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΙΤΙΚΗ ΧΡΥΣΑΣ ΞΟΥΒΕΡΟΥΔΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Ο ζωγράφος Γιώργος Ηλιάδης - Γνωριμία με μια ιδιαίτερη εικαστική πρόταση.....




Ο ζωγράφος Γιώργος Ηλιάδης


Γνωριμία με μια ιδιαίτερη εικαστική πρόταση...                                                                  γράφει η Χρύσα Ξουβερούδη


Ιστορικός Τέχνης




Την περίοδο της Αναγέννησης, όταν διαμορφώνεται αισθητικά το πλαίσιο της δυτικής τέχνης, αναδεικνύεται ιδιαίτερα η ένωση της ιδέας και της εκτέλεσης. Ο Vasari (Ιταλός ζωγράφος και ιστορικός της τέχνης) επέμενε πως μόνο ένα εκπαιδευόμενο χέρι μπορεί να διευθετήσει μια ιδέα που γεννιέται στο μυαλό, ενώ και ο Alberti (Ιταλός αρχιτέκτονας της πρώιμης Αναγέννησης) παρακινεί τους ομοτέχνους του να θεωρούν το χέρι τους προέκταση του μυαλού τους. Τα γεννήματα του μυαλού ενσαρκώνονται στην εικαστική επιφάνεια με την καθοδήγηση του ταλαντούχου χεριού κι αυτό σίγουρα είναι μια επισήμανση που εγγίζει αλλά δε συλλαμβάνει στο σύνολό της την αλήθεια της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Αλήθεια πόσο εύκολο είναι να συλλάβει κανείς την εικαστική αλήθεια, να κατανοήσει τη δημιουργία και το δημιουργό; Προσωπικά, πιστεύω πως είναι πολύ δύσκολο, καθώς η ιδιαιτερότητα του ατόμου προσδιορίζεται κάθε φορά από ειδικές κοινωνικές σημάνσεις. Η τέχνη γεννιέται από τον δημιουργό αλλά θέτει τον άνθρωπο κι επομένως τον ίδιο τον καλλιτέχνη υπό αμφισβήτηση. Ο καλλιτέχνης απαντά μέσα από το εικαστικό του έργο και ταυτόχρονα εκφράζει αγωνιώδη ερωτήματα. Η τέχνη τον μοίρανε και παράλληλα επιδιώκει την προβολή της στη μοίρα της κοινωνίας, στη διαμόρφωση του κοινωνικού γίγνεσθαι. Από ατομική ανάγκη για έκφραση και λόγο ουσίας μετατρέπεται συχνά σε εκδήλωση καλλιτεχνικής «ιδιορρυθμίας» και μιας «μελαγχολίας» που προκύπτει από την απώλεια ενός σαφούς κοινωνικού ρόλου, από το εγώ που οι κοινωνικές χίμαιρες δεν επιτρέπουν να ενωθεί με το εμείς.

Ο Θεσσαλονικιός Γιώργος Ηλιάδης παίρνει την σκυτάλη από τον ανώνυμο καλλιτέχνη-χειρώνακτα, που από την αρχαιότητα και σε ολόκληρη την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού μοχθεί να τιθασεύσει τα υλικά του, να αποκαλύψει τις αξίες τους και να τα «υποχρεώσει» τελικά σε μια «ιερή συνομιλία», που χωρίς τη συνδρομή της μοντέρνας τέχνης δε θα μπορούσε να ενσαρκωθεί. Ο Matisse έλεγε: «Δούλεψα για να πλουτίσω το μυαλό μου, ικανοποιώντας τις διάφορες περιέργειες του νου μου». Για μισό αιώνα οι «περιέργειες» αυτές απελευθερώθηκαν και κωδικοποιήθηκαν στο εικαστικό σκηνικό μέσα από μια μεγάλη ποικιλία καλλιτεχνικών διαδρομών.

Προσεγγίζοντας το έργο του Ηλιάδη, αναγνωρίζει κανείς έναν όρο κλισέ μα πάντα επίκαιρο, «εραστής της τέχνης». Η αγωνία του έρωτα που γεννιέται στο μυαλό και σε βασανίζει μερόνυχτα, προσπαθώντας να βρει διέξοδο μέσα από σκέψεις και συναισθήματα, ο ακάματος μόχθος να ορίσεις το υλικό που θα δώσει ζωή στα οράματά σου, η επιθυμία για το μοναδικό, την ουσία που θα ολοκληρωθεί μέσα από την αποδοχή, όλα αποκαλύπτονται στο πρόσωπο της ιδανικής ερωμένης. Η τέχνη που κατοικεί μέσα μας αλλά και μας περιέχει ως γίγνεσθαι, διαμορφωμένο από κριτικούς, ιστορικούς, ιδιαίτερες πολιτικές και κοινωνικές επιταγές, θα περιβάλλεται πάντα από ένα μυστήριο που την καθιστά γοητευτική και βέβαια μοναδική στα χέρια κάθε δημιουργού.

Οι «περιέργειες» του νου για τον Γιώργο Ηλιάδη γονιμοποιούνται μέσα από τη σουρεαλιστική λογική. Μια αντίφαση, αφού το υπερπραγματικό και συχνά υπέρλογο αποτελεί γενεσιουργό δύναμη του κινήματος, ωστόσο η λογική, προοπτική οργάνωση του πίνακα με τα καθαρά χρώματα και το σαφές σχέδιο συντηρεί τη σχέση με την ακαδημαϊκή ζωγραφική. Αν και αυτοδίδακτος, ο Ηλιάδης εργάζεται ακούραστα με καθοδηγητές Έλληνες και ξένους δημιουργούς, για να μυηθεί σε τεχνικές και εικαστικές λύσεις που θα μετουσιώσουν το όραμά του. Η μεταφυσική οπτική του Giorgio de Chirico προωθείται από τον καλλιτέχνη με αξιοπρόσεκτη ένταση. Τα ανδρείκελα στο έργο του Έλληνα δημιουργού εκστασιάζονται, διεκδικούν τη ζωή στο δικό τους κόσμο και υποβάλλοντας τη φωνή της συνείδησής μας, ενδύονται την ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό.

Αν και αναγνωρίζονται στο έργο του επιρροές από δημιουργούς όπως ο Matisse ή ο Dali, ο Ηλιάδης καταθέτει την προσωπική του πρόταση φτάνοντας κάποιες φορές σε αξιόλογη ωριμότητα. Πρόκειται για έναν λόγο προσωπικό αλλά και βαθιά ανθρωπιστικό, μια κατάθεση της πολιτικής και ιστορικής του ταυτότητας.

Το αρχαιοελληνικό παρελθόν τον οδηγεί σε εικαστικές ατραπούς, όπου η μυθολογία προτείνει τους πρωταγωνιστές για το εικαστικό δρώμενο.

Ο Πήγασος σπάει τα δεσμά του χώρου και του χρόνου και ίπταται σε έναν καινούριο κόσμο, ενώ ο Ερμής χρησιμοποιώντας τη μάσκα του Πραξιτέλη προωθεί το διάλογο με τον πολιτισμό, το χθες και το σήμερα.

Η «Μοναξιά» γίνεται ένα κίτρινο, «δακρυσμένο» τριαντάφυλλο σε ένα απόκοσμο σκηνικό που ανακαλεί το έργο του Magritte και εντυπωσιάζει με τη δύναμη μιας αυθεντικής εικαστικής γλώσσας.

Σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του Ηλιάδη παίζει και το κόσμημα, ενώ πολύ ενδιαφέρουσα είναι η συνύπαρξη της ζωγραφικής και της αργυροχοΐας. Κοσμήματα πρωτότυπα που αντλούν μορφικά ερεθίσματα από αντικείμενα της πραγματικότητας, αλλά εισβάλλουν διακριτικά και στο χώρο του σουρεαλισμού και αποκαλύπτουν τον προσωπικό κόσμο του δημιουργού.

Παράλληλα το αντικείμενο που με τον Picasso εμφανίζεται αυτούσιο στη ζωγραφική επιφάνεια, συγχέοντας τα όρια του πραγματικού με το εικαστικό, ενισχύει τις συμβολικές σημάνσεις στο έργο του Ηλιάδη.

Το μέταλλο δεν επιλέγεται τυχαία από τον δημιουργό, ο χαλκός για παράδειγμα, όπως ο ίδιος αναφέρει: έχει ένα χρώμα καστανοκόκκινο, απόλυτα γήινο ενώ γενικότερα τα μέταλλα ξυπνούν μνήμες από την πολιτιστική μας κληρονομιά, αφού τα κύρια υλικά που χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοί μας ήταν χαλκός, ορείχαλκος και μάρμαρο…». Η συλλογή αντικειμένων παλαιών και σύγχρονων –που ο ίδιος τα αναπαλαιώνει για να τονίσει την παρουσία του χρόνου- φορτίζουν αισθητικά και συμβολιστικά το έργο του.

Το πέρασμα από το πραγματικό, τον γνήσιο ρεαλισμό στον υπερρεαλισμό γίνεται αβίαστα από τον Γιώργο Ηλιάδη, καθώς όλα ξεκινούν από την αγάπη για ό,τι μας περιβάλλει, ό,τι προηγήθηκε και ό,τι έπεται. Το φυσικό και το μεταφυσικό σε συνεχή διάλογο και ο δημιουργός ακούραστος παρατηρητής και ερμηνευτής αυτής της σχέσης. Συμμέτοχος ο καθένας από μας, που γοητεύεται από την εναργή διάθεση της τέχνης να γίνει ποιητής ορατών τε πάντων και αοράτων.




Από ανάρτηση στην ηλεκτρονική σελίδα: http://www.decobook.gr/parousiaseis/eikastikes-dimiourgies/497-2010-11-05-22-05-39

                                                                                   





Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Γιώργος Ηλιάδης: Καλαποδιών αφηγήσεις…




 

   Το καλαπόδι δίνει χώρο στη βιωματική αφήγηση του δημιουργού Γιώργου Ηλιάδη που επιζητά να αιχμαλωτίσει την ενέργεια του ξύλου, και παράλληλα την υπαρξιακή διάσταση του χρόνου.

   Γράφει η Χρύσα Ξουβερούδη
   Ιστορικός Τέχνης



   Πριν από λίγο καιρό συστήσαμε το ζωγράφο Γιώργο Ηλιάδη ως έναν σύγχρονο δημιουργό, που ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Η τελευταία του εικαστική πρόταση γίνεται αφορμή για να προσεγγίσουμε για μία ακόμη φορά το μυστήριο της τέχνης, που συνεχώς ζητά να δραπετεύει από κατεστημένες αντιλήψεις και άνωθεν εξαγγελίες ειδημόνων, σχολών και τάσεων.  
    Στην προκειμένη περίπτωση η ζωγραφική, ενσαρκώνει την επιθυμία του καλλιτέχνη να ερμηνεύσει τον κόσμο, συντάσσοντας γραμμές και χρώματα, υποτάσσοντας το φώς, σκηνοθετώντας το πλήρες και το κενό στην προβολή της εικαστικής παράστασης. Ωστόσο, η συγκεκριμένη παράσταση εκτυλίσσεται σε ένα χώρο που ξεφεύγει από τα στερεότυπα και την παντοδυναμία του τελάρου για να περιοριστεί σε μια επιφάνεια που μέχρι τότε συνδεόταν με άλλη χρήση. Το καλαπόδι –ως όχημα στη συγκεκριμένη περίπτωση της εικαστικής έκφρασης- δίνει χώρο στη βιωματική αφήγηση του δημιουργού που επιζητά να αιχμαλωτίσει την ενέργεια ενός ζωντανού υλικού, του ξύλου, και παράλληλα την υπαρξιακή διάσταση του χρόνου, παντρεύοντας ατομική και συλλογική μνήμη.
     Ήδη από τη δεκαετία του ’80, μέσα στη ρευστή ατμόσφαιρα του μεταμοντερνισμού, το zeitgeist –πνεύμα της εποχής- φαίνεται πως ευνοεί τη συγκεφαλαίωση, την αναδρομή στο παρελθόν. Μετά τη φρενήρη αναζήτηση του καινούριου από το μοντερνισμό, επιδιώκεται η επιστροφή, επιστροφή στη δεξαμενή του πολιτισμού, στη φύση, στην οικεία καθημερινότητα, σε όλα αυτά που με μανία αντιστρατεύτηκαν οι πρωτοπορίες. Από την άλλη η δισδιάστατη επιφάνεια που από την Αναγέννηση και μετά, καθόριζε το ζωγραφικό χώρο, ανοίγοντας κατά τον Alberti ένα παράθυρο στον κόσμο με όρους ψευδαισθητικούς, επιτείνοντας τη σχέση ανάμεσα στο res (πράγμα) και το πραγματικό, γνωρίζει κατά τον 20ο αιώνα μεγάλη αμφισβήτηση.

   Μια νέα εικαστική πραγματικότητα προωθείται τώρα, για να εγγραφούν σε αυτή ο χώρος και ο χρόνος, βασικές ορίζουσες της ανθρώπινης εμπειρίας.       Έτσι το καλαπόδι που ενέχει ως αντικείμενο και την τρίτη διάσταση, είναι περίοπτο και αναδεικνύει την πλαστική ποιότητα ανακαλώντας μνήμες από τη διαδικασία της αρχικής του κατασκευής, ενθαρρύνει εν τέλει την οικειότητα στη σχέση με το θεατή. Από την άλλη η πρόκληση λειτουργεί αμφίδρομα, αφού με την καμπυλότητα του, τον περιορισμένο χώρο ακόμα και την ίδια την ταυτότητά του, το καλαπόδι διεγείρει την έμπνευση αλλά απαιτεί και την πνευματική εγρήγορση του δημιουργού. Από αντικείμενο που λειτουργούσε αυτόνομα στο δικό του χωροχρόνο, διαδραματίζοντας το δικό του ρόλο και προβάλλοντας μια ειδική σχέση με τον άνθρωπο, ενδύεται τον εικαστικό μανδύα αποκαλύπτοντας οπτικές και απτικές αξίες.
    Με βάση τα παραπάνω, το μοντερνιστικό λεξιλόγιο εξακολουθεί να συντηρεί την επικαιρότητά του. Ο μεταμοντέρνος καλλιτέχνης δεν αγνοεί τη μοντερνιστική ηχώ αλλά την αντιλαμβάνεται μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα, στην ώριμη διατύπωσή της κι όχι στην επαναστατική γέννηση της. Στον απόηχο της εύστοχης παρατήρησης του August Strindberg ότι «πάνω σε ένα λεπτό στρώμα πραγματικότητας η φαντασία υφαίνει καινούρια σχέδια», ο Ηλιάδης αφηγείται ιστορίες που συγκινούν πρώτα τον ίδιο και μπορούν εύκολα να διαβαστούν από το θεατή· κι άλλοτε απευθύνεται σε πιο υποψιασμένους κι ενεργούς δέκτες που θα θελήσουν να ερμηνεύσουν έναν κόσμο προσωπικό και απόκρυφο, έναν κόσμο που υπέρκειται της πραγματικότητας. Τα σύμβολα νοηματοδοτούνται από το δημιουργό τους, ο οποίος τεχνηέντως χρησιμοποιεί την ιδιαιτερότητα της εικαστικής επιφάνειας για να παρακινήσει το μυημένο σε μια πιο ενδελεχή προσέγγιση του έργου και υποκινεί το διάλογο με τον ίδιο αλλά και με το έργο τέχνης. 
                                                                                          Η  γραμμή πάλλεται ακολουθώντας την καμπύλη της επιφάνειας, ενώ το χρώμα και η υφή συνεργάζονται για να υποστηρίξουν τη φόρμα. Το χρώμα βαθαίνει για να ενισχύσει την υπαρξιακή εμμονή του χρόνου, η υφή προκαλεί την αφή και η φόρμα εναργής και μεστή, ενεργοποιεί με τη συνδρομή του φωτός, τη σύνθεση. Παρατακτική κυρίως η σύνθεση, αξιοποιεί τον οριζόντιο άξονα ενισχύοντας το χαρακτήρα της αφήγησης, μέσα από τη συνομιλία πλήρους και κενού. Αφήνοντας έντεχνα το κενό να οδηγήσει το μάτι και τη φαντασία στο άπειρο, η παράσταση ορίζεται από το αντικείμενο αλλά και το ξεπερνά, συγκαλύπτει και αποκαλύπτει την εικαστική επιφάνεια. Άλλες φορές πάλι η σύνδεση με τον αρχικό προορισμό είναι άμεση και με εικαστικό καθοδηγητή το trompe l’oeil, ο δημιουργός ξεγελά το μάτι αξιοποιώντας σκασίματα του ξύλου για να πείσει πως πρόκειται για πραγματική φθορά σε παπούτσι. Αυτό που τον απασχολεί γενικότερα στην εικαστική του διαδρομή επανέρχεται με την ίδια δυναμική και στο σύνολο της τελευταίας του δουλειάς, ο ρεαλισμός και η υπέρβασή του.
     Ο νόστος, η επιστροφή σε μια πατρίδα προσωπική, με αλιευμένα οράματα, εικόνες και ίχνη από την παρακαταθήκη της μνήμης του ενός αλλά και των πολλών, γονιμοποιεί το έργο του Ηλιάδη. Είτε ως αυτόνομο αντικείμενο, είτε ως συμπρωταγωνιστής σε μια νέα εικαστική πρόταση –οι λάμπες αποτελούν μια ξεχωριστή ομάδα στην τελευταία του δουλειά- τα καλαπόδια, ανανεώνουν τη σχέση τους με το σύγχρονο άνθρωπο και γίνονται πρεσβευτές μιας πληγωμένης αλλά όχι χαμένης αθωότητας.


http://www.decobook.gr/parousiaseis/eikastikes-dimiourgies/749-2011-10-30-19-20-45

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Minor Narratives - A shoe-tree narrates....by Chrysoula Xouveroudi Art Historian

http://www.decosoup.com/presentations/art/1021-minor-narratives-or-a-shoe-tree-narrates-fables Ανάρτηση στο http://www.decosoup.com/



by Chrysoula Xouveroudi Art Historian


          Quiet recently George Eliades, a painter who lives and works in Thessaloniki, Greece has been introduced to the art audience as a promising contemporary artist.
           His last artistic statement gives us the opportunity to get in touch once more with the inner ‘mystery’ of art, which constantly seeks to escape from conventional aesthetic judgements deriving from established curators, cultural institutions and movements. In his case painting embodies the artist’s will to interpret the world by juxtaposing lines and colours, diminishing light, directing the ‘whole’ and ‘the void’ for the sake of artistic revelation. However, this representation unfolds on a surface, beyond the stereotypes and the omnipotence of the canvas, which was previously characterized by another use. The shoe-tree becomes in this case the vehicle of pictorial expression as it leaves space for empirical narration. The artist eagers to capture the energy of a live material, namely wood, as well as the existential dimension of time by engaging individual with collective memory.
          Since the 1980’s into the highly fluid atmosphere of postmodernism, the ‘Zeitgeist’-the spirit of our times, seems to favour summarizing (a synopsis) and retrospection. Since Modernism’s frantic expectations of continual innovation, a return has been aspired to the reservoir of culture, to nature, to everyday life, to all those things avant-gardes were opposed to. On the other hand, the two-dimensional surface, which since the Renaissance dominated pictorial space, opening thus -according to Alberti- a window to the world on illusory terms and heightening the relationship between ‘res’ (thing) and reality, has been challenged throughout the 20th century.
          A new visual reality is pushed now in order to register space and time as key-role features in human experience. In that way, the shoe-tree by being a three-dimensional object is outstanding and sets off its plasticity as a reminiscent of the process of its original construction. At the same time, it finally fosters the feeling of familiarity with the viewer. Furthermore, this challenge operates in a bidirectional way as long as the shoe-tree with its curvature, the limited space left for painting, as well as its own identity, stimulates on one hand inspiration and on the other requires the artist’s mental alertness. Being an object that ‘acts autonomously’ in its own space-time, playing its own role and bringing out a special relationship with people, the shoe-tree is disguised the ‘artistic mantle’ in order to reveal pictorial and tactile values.
           According to the above, the modernistic vocabulary continues to maintain its timeliness. The postmodern artist does not ignore the modernistic echo, but realizes it through a variant light in its mature expression rather than its revolutionary birth. In the aftermath of August Strindberg’s trenchant remark that “on a thin layer of reality imagination weaves new designs”, Eliades narrates stories that first of all appeal to him and can easily be read by the viewer. Sometimes these are intended for he appeals to more active viewers, who have an inclination and wish to interpret a personal and intimate world that surpasses reality. The symbols are signified by their creator, who artificially uses the particular features of the pictorial surface in order to induce the initiate to a more thorough approach of the work and stir up the dialogue between the two of them as well as with the artwork itself.
          The line vibrates following the curve of the surface, while colour and texture co-operate to support the form. The tone deepens to strengthen the existential persistence of time, the texture evokes the touch and the form, vivid and meaningful, enables -with the aid of light- composition. In this composition, characterized mainly by parataxis, he exploits the horizontal axis, thus reinforcing the style of his narration through the dialogue between the “whole” and the “void”. By allowing skillfully the ‘void' to lead the eye and the imagination into infinity, the representation is defined by the object and at the same time goes beyond it, as it conceals and reveals the pictorial surface. Sometimes, the connection to the original concept is immediate and the artist, bearing in mind trompe l’oeil and making good use of wood cracks, deceives our view so as to convince us that this is a real worn-out shoe. Realism and its surpassing occupy him generally in his artistic course and recur with the same impetus in all his latest work.
          Nostos (homecoming), the return to a personal homeland with visions, images and traces gleaned from the legacy of both individual and collective memories, defines Eliades’ creation. Whether as a standalone object or as a co-star in a new artistic proposal (lamps are a separate group in his latest work), the shoe-trees revive their relationship with the current art audience and become ambassadors of a wounded, but not lost, innocence.